εύα

I
Βιβλικό πρόσωπο. Το όνομα της πρώτης γυναίκας και μητέρα ολόκληρου του ανθρώπινου γένους, σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη (Γεν. γ’, 20). Ο Αδάμ, όταν πλάστηκε από τον Θεό και εγκαταστάθηκε στον επίγειο παράδεισο, ήταν μόνος. Βλέποντας ο θεός ότι δεν είχε βοηθό όμοιο με αυτόν, όταν κοιμήθηκε πήρε μία από τις πλευρές του και έπλασε τη γυναίκα. Μόλις ο Αδάμ την είδε, φώναξε: «τούτο vυv oστούν εκ των οστέων μου και σαρξ εκ της σαρκός μου» (Γεν. β’, 23). Προείπε ότι για χάρη της «καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και τη μητέρα και προσκοληθήσεται προς την γυναίκα αυτού και έσονται οι δύο εις σάρκα μία». Έτσι καθιερώθηκε ο θεσμός του γάμου. Η δημιουργία της γυναίκας από την πλευρά του άντρα, σύμφωνα με εξήγηση που δίνεται, είναι ενδεικτική της ισοτιμίας των δύο φύλων. Η Ε. δεν δημιουργήθηκε από το κεφάλι του Αδάμ για να μην τον κυριεύει, ούτε από τα πόδια για να μην είναι δούλη του. Πλάστηκε από την πλευρά του για να είναι ισότιμη με αυτόν, δίπλα από τον βραχίονά του, για να προστατεύεται από αυτόν και κοντά στην καρδιά του για να του εμπνέει αγάπη. Η Ε., κατά την Παλαιά Διαθήκη, απατήθηκε από το φίδι και έφαγε τον καρπό του απαγορευμένου δέντρου προσφέροντάς τον μάλιστα και στον Αδάμ. Ο θεός έδιωξε τότε τους πρώτους ανθρώπους από τον παράδεισο και καταράστηκε τον μεν Αδάμ να βγάζει το ψωμί του με τον ιδρώτα του προσώπου του, τη δε Ε. να γεννά με πόνους τα παιδιά της. Από τον Αδάμ και την Ε. γεννήθηκαν τρεις γιοι, ο Κάιν, ο Άβελ και ο Σηθ και πολλές κόρες. Η E., η οποία με το παράπτωμά της έφερε την αμαρτία στο ανθρώπινο γένος, αντιπαραβάλλεται από την Εκκλησία με την Παρθένο Μαρία, η οποία όμως το έσωσε με ενδιάμεσο τον Ιησού Χριστού. Σύμφωνα με κάποια μουσουλμανική παράδοση, ο τάφος της Ε. βρίσκεται στην Τζέντα της Αραβίας, όπου χτίστηκε και μνημείο μήκους 180 μ. που καλύπτεται από τεράστιο θόλο. Παλαιότερα, στα πρόπυλα των καθεδρικών ναών της Δύσης τοποθετούσαν αγάλματά της. Η έξοδος εξάλλου από τον παράδεισο, αποτέλεσε θέμα πολλών ζωγράφων, κυρίως της Δύσης.
«Η εξίσωση του Αδάμ και της Εύας από τον επίγειο παράδεισο, μετά το προπατορικό αμάρτημα», νωπογραφία του Μαζάτσιο (αρχές 15ου αι., παρεκκλήσιο της Σάντα Μαρία, Φλωρεντία).
II
Πεδινός οικισμός (υψόμ. 60 μ., 535 κάτ.) του νομού Μεσσηνίας. Βρίσκεται ΒΔ της Καλαμάτας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ανδρούσας.
* * *
εὖα
βλ. ευαί.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ευοί].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔα — εὔᾱ , εὔας ovatio masc nom/voc/acc dual εὔᾱ , εὔας ovatio masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εύα — η Ева – 1) имя, данное Адамом своей жене. Ева была создана Богом из ребра Адама во время его сна; 2) женское имя Этим. < евр. hawwah «живая, живущая» < hayah «жить». (Γέν. 3, 20) και εκάλεσεν Αδάμ το όνομα της γυναικός αυτού Ζωή (евр.… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • εὔᾳ — εὔᾱͅ , εὔας ovatio masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐά — εὐάς one who cries fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὖα — εὔας ovatio masc voc sg εὔας ovatio masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βλάμη, Εύα — (Πειραιάς 1920 – Αθήνα 1974).Πεζογράφος και ποιήτρια. Καταγόταν από το Γαλαξίδι και έκανε την πρώτη εμφάνισή της στα γράμματα το 1947 με το λυρικό χρονικό Γαλαξείδι. Ακολούθησε το θαλασσινό μυθιστόρημα Σκελετόβραχος (1950), που τιμήθηκε με το… …   Dictionary of Greek

  • Λε Γκαλιέν, Εύα — (Eva Le Gallienne, Λονδίνο 1899 – 1991). Αμερικανίδα ηθοποιός και σκηνοθέτης του θεάτρου, αγγλικής καταγωγής. Σπούδασε στη Γαλλία και πρωτοεμφανίστηκε στη σκηνή στο Λονδίνο, σε ηλικία μόλις 15 ετών. Αμέσως μετά εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ, όπου έγινε… …   Dictionary of Greek

  • εὐαλάκατον — εὐᾱλάκατον , εὐαλάκατος masc/fem acc sg εὐᾱλάκατον , εὐαλάκατος neut nom/voc/acc sg εὐᾱλάκατον , εὐηλάκατος possessing a fine distaff masc/fem acc sg (doric) εὐᾱλάκατον , εὐηλάκατος possessing a fine distaff neut nom/voc/acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐάτριον — εὐά̱τριον , εὐάτριος masc/fem acc sg εὐά̱τριον , εὐάτριος neut nom/voc/acc sg εὐά̱τριον , εὐήτριος with good masc/fem acc sg (doric) εὐά̱τριον , εὐήτριος with good neut nom/voc/acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐακέστερον — εὐᾱκέστερον , εὐακής by an easy process of healing adverbial comp εὐᾱκέστερον , εὐακής by an easy process of healing masc acc comp sg εὐᾱκέστερον , εὐακής by an easy process of healing neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.